ευρυγένειος

εὐρυγένειος, -ον (Α)
1. αυτός που έχει ευρύ «γένειον», πλατύ σαγόνι
2. εκείνος που έχει πλατιά γενειάδα
3. φρ. «εὐρυγένειος αἰών» — ο αρχαίος, ο παμπάλαιος χρόνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ-* + γένειον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυγένειος — broad chinned masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυγένειον — εὐρυγένειος broad chinned masc/fem acc sg εὐρυγένειος broad chinned neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυγένειε — εὐρυγένειος broad chinned masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυγένειοι — εὐρυγένειος broad chinned masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.